δολάριο


δολάριο
Νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Λιβερία κ.ά. Το γνωστότερο και σημαντικότερο, εξαιτίας της θέσης που κατέχει στο διεθνές εμπόριο, είναι το δ. των ΗΠΑ (dollar), το οποίο δημιουργήθηκε την εποχή της διακήρυξης της αμερικανικής ανεξαρτησίας. Βασίστηκε στο ισχυρό ισπανικό πιάστρο και ήταν κατασκευασμένο από άργυρο βάρους 24,3 γρ. Το 1792, με την υιοθέτηση του διμεταλλισμού, το δ. καθορίστηκε προς 24,06 γρ. καθαρού αργύρου και 1,6038 γρ. καθαρού χρυσού (σχέση 15:1). Το 1849, μετά την ανακάλυψη της Καλιφόρνια, κόπηκαν τα πρώτα χρυσά δ. Με την κατάργηση του διμεταλλισμού (1913) καθιερώθηκε το ομοσπονδιακό αποθεματικό σύστημα: το δ. καθορίζεται πλέον μόνο σε σχέση με τον χρυσό· οι δώδεκα ομοσπονδιακές τράπεζες οφείλουν να διατηρούν ως εγγύηση μια ποσότητα χρυσού ίση τουλάχιστον προς το 25% του χαρτονομίσματος που εκδίδουν. Ασημένιο δολάριο των ΗΠΑ. Η μπροστινή όψη χαρτονομίσματος ενός δολαρίου των ΗΠΑ. Η πίσω όψη χαρτονομίσματος ενός δολαρίου των ΗΠΑ.
* * *
το
νομισματική μονάδα τών ΗΠΑ κυρίως ($), τού Καναδά ($CAN) και άλλων κρατών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. dollar < αρχ. γερμ. daler < Thaler «τάλιρο»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δολάριο — το (λ. αγγλ.), νομισματική μονάδα των ΗΠΑ και άλλων χωρών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νόμισμα — Στην οικονομία χαρακτηρίζεται ν. κάθε τι που γίνεται γενικά δεκτό σε ανταλλαγή με εμπορεύματα και υπηρεσίες ή για πληρωμή χρεών. Έτσι μπορεί να είναι ν. ένα φυσικό προϊόν ή ένα μέταλλο, ή ακόμα κι ένα χαρτί ή κι ένας λογιστικός αριθμός, όπως το… …   Dictionary of Greek

  • Βερμούδες — Νησιωτικό σύμπλεγμα του βόρειου Ατλαντικού ωκεανού, που τελεί σε καθεστώς ημιαυτόνομης βρετανικής κτήσης.Η συνολική έκταση των νησιών είναι 53,5 τ. χλμ. και ο πληθυσμός 62.997 κάτ. (2000), με ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 0,74% και… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • Ισημερινός ή Εκουαδόρ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ισημερινού Έκταση: 283.560 τ. χλμ. Πληθυσμός: 13.447.494 (2002) Πρωτεύουσα: Κίτο (1.399.814 κάτ. το 2002)Κράτος της Νότιας Αμερικής, στην οροσειρά των Άνδεων. Συνορεύει στα Β με την Κολομβία και στα Α και Ν με το… …   Dictionary of Greek

  • δραχμή — Αργυρό νόμισμα που αποτελούσε τη βάση του νομισματικού συστήματος στην αρχαία Ελλάδα. Δ. έκοβαν οι πόλεις της κυρίως Ελλάδας και οι ελληνικές αποικίες από το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. Το βάρος της διέφερε ανάλογα με το σύστημα σταθμών που… …   Dictionary of Greek

  • ευρω- — α συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το β συνθετικό ανήκει ή έχει σχέση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) ή, γενικότερα με την Ευρώπη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. < euro (πρβλ. euro dollar «ευρω δολάριο») < Europe < ευρώπη. Συνθ.… …   Dictionary of Greek

  • ισοτιμία — Η σχέση ανταλλαγής δύο νομισμάτων ή (παλαιότερα, όταν ίσχυε ο κανόνας του χρυσού) η σχέση ανταλλαγής ενός νομίσματος με τον χρυσό. Μετά την κατάρρευση του συστήματος σταθερών ι. Bretton Woods, που ίσχυσε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου έως …   Dictionary of Greek

  • κατέρχομαι — (AM κατέρχομαι) 1. πορεύομαι προς τα κάτω, έρχομαι κάτω, κατεβαίνω, κατευθύνομαι από ψηλότερη θέση σε χαμηλότερη (α. «ο παγετώνας κατέρχεται αργά» β. «πάντες δ Ούλύμποιο κατήλθομεν», Ομ. Ιλ. γ. «οὔπω κατῆλθον αὖθις... εἰς Ἅιδου», Ευρ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • κλονίζω — (AM κλονίζω) σείω, τραντάζω, προκαλώ, απώλεια σταθερότητας («ολόκληρο το σπίτι κλονίστηκε από τον σεισμό») νεοελλ. μτφ. 1. προκαλώ δισταγμούς ή ενδοιασμούς ή αμφιβολίες σε κάποιον (α. «η τελευταία του αποτυχία τού κλόνισε την αυτοπεποίθηση» β. «η …   Dictionary of Greek